Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

Uhrenparadoxon

Ladies and gentlemen, welcome to Munich Airport. Local time is 5.35 pm. The weather in Munich is mostly cloudy with showers and temperature up to 14 degrees Celsius. Please remain seated with your seat belt fastened until the seat belt sign is turned off. Thank you for flying with us and wish you a pleasant onward journey


"Ωραία, χτες έκανα μπάνιο στις παραλίες του Fort Lauderdale. Σήμερα θα μουχλιάσω κάτω από τον βαυαρικό ουρανό". Ο Πέτρος Μαντίδης (ή Μαντάϊδης όπως τον διαβάζουν συνήθως έξω) είναι λέκτορας Αστροφυσικής του Α.Π.Θ. Επιστρέφει Θεσσαλονίκη από συνέδριο στην Αμερική. Η ανταπόκριση για το SKG είναι την επομένη το πρωί στις 09.10 π.μ., συνεπώς διαμονή στο Μόναχο, αφορμή να δεί τον ακριβοθώρητο παλιόφιλο Ανέστη. Ένα τσιγάρο στην έξοδο του αεροδρομίου, αυστηρά δίπλα σε σταχτοδοχείο δαπέδου σε επιτρεπόμενο χώρο. Έχοντας αναπνεύσει λίγο φρέσκο αέρα σε συνδυασμό με 3-4 τζούρες καπνού μπαίνει στο πρώτο ταξί για τη πόλη. "Guten Abend! 51 Thierschstaße, bitte dich." Εντάξει, τα γερμανικά του δεν είναι και τα καλύτερα. Richeine Bitte και τα ρέστα...
Φτάνουν έξω από την πολυκατοικία. Κατεβαίνει γρήγορα απ'το ταξί γιατί εμποδίζουν το τραμ. Με το που πατάει το πόδι στη γη αρχίζει να βρέχει. Σέρνει στο πλακόστρωτο την βαλίτσα με τα ροδάκια και χτυπάει το κουδούνι. "Pronto?". "Σιγά μην είναι και Overlay. Άνοιξε ρε!". "Πετρή! Ανέβα στον 2ο!". Τον Ανέστη τον ξέρει από παιδί. Μαζί στο σχολείο, μαζί τα καλοκαίρια κατασκήνωση στη Χαλκιδική, μαζί και στο πανεπιστήμιο. Πάνε 25 χρόνια από τότε. Και 5 από την τελευταία φορά που ιδωθήκανε.
Τη στιγμή που άνοιξε η πόρτα του διαμερίσματος ο Πέτρος είχε την ψευδαίσθηση οτι έμπαινε στη μηχανή του χρόνου. Μπροστά του στέκεται ο Ανέστης, πανύψηλος 2 μέτρα μπόι (εντάξει 1,93) σα να μην πέρασε μια μέρα από την τελευταία φορά που τον είδε. Καλογυμνασμένος, με το ίδιο μαύρο t-shirt, το ίδιο jean πατελόνι, τον ίδιο nylor σκελετό. Μόνο το μαλλί είχε αρχίσει να γκριζάρει ελαφρώς και το δέρμα λίγο ξασπρισμένο ένεκα της έλλειψης ήλιου. Σε αντίθεση με τον Πέτρο που τώρα φοράει ό,τι του ψωνίζει η Σοφία από τη Τσιμισκή, σακάκι, πόλο μπλούζα, μοκασίνια, στο κούτελο τα ποτάμια τείνουν να γίνουν φαλάκρα και από φυσική κατάσταση η μπάκα του έχει μεγαλώσει αισθητά αφού η μόνη γυμναστική που κάνει είναι να σηκώνει τα ψώνια απ'τον Μασούτη και να μη χρησιμοποιεί ποτέ το ασανσέρ, πάντα από τις σκάλες, λόγω κλειστοφοβίας. Ίσως και καμιά ποδηλατάδα με την μονάκριβη κόρη του Στέλλα όταν είναι καλός ο καιρός. Κι αν δεν τρέχει Θεσσαλονίκη-Γρεβενά για το καινούργιο αστεροσκοπείο στα βουνά του Όρλιακα. 
-Μπαγάσα, μαγείρεψες τίποτα της προκοπής ή θα φάμε λουκάνικα με πατάτες και μπύρες;
-Καλά ρε, έρχεσαι πρώτη φορά Μόναχο και θα φάμε ετοιματζίδικα; Αφού με ξέρεις, η μαγειρική για'μένα είναι τέχνη! Ετοιμάζω τη σπεσιαλιτέ μου: Tagliatelle Portofino. Εξαιρετική συνταγή, μου την είχε μάθει η Secilia όταν ήμουν Ρώμη.
-Α, ναι η Secilia. Τί απέγινε; Φοβερή τύπισσα...
-Πού να ξέρω. Έτσι όπως της φέρθηκα, δεν ξαναμιλήσαμε και ποτέ. Είχα μάθει κάποια στιγμή οτι ήταν Τορίνο.
-Μάλιστα... Και για πες, τί λέει το Max-Planck;
-Μια χαρά. Την έχω βρεί εδώ. Τον περασμένο Μάρτιο έκλεισα 8 χρόνια. Τη String Theory βέβαια ακόμα να την αποδείξουμε.
-Ασχολείσαι με άλλα string εσύ, πού να βρείς χρόνο...
-Χαχαχα, ναι ρίχνω και καμιά πενιά με τη κιθάρα μου!
-Μαλαγάνα...
-Λοιπόν, πάω να ετοιμάσω το φαγητό. Άραξε εσύ.
Το διαμέρισμα ήταν σε παλιά πολυκατοικία που αν και είχε εξωτερικά διατηρήσει την baroque αρχιτεκτονική, εσωτερικά ήταν αρκετά μοντέρνα. Η διακόσμηση του καθιστικού απλή όπως κάθε εργένη. Ένας δερμάτινος, μάλλον μεταγχειρισμένος καναπές, ένα γραφείο που είχε πάνω από επιστημονικά άρθρα μέχρι παρτιτούρες και φιλτράκια, μια ραφιέρα γεμάτη βιβλία κι ένα φωτιστικό δαπέδου απ'το ΙΚΕΑ. Α, και ο Πίπης! Ο κλασικός κεραμυδόγατος, ίσως η μόνη σταθερή παρέα του Ανέστη τα τελευταία 10 χρόνια. Ο Πέτρος ακούμπησε στο φαρδύ εσωτερικό περβάζι του παραθύρου. Αριστερά του ένας ολόκληρος πύργος από CD. Μάλαμας, Αλεξίου, Παπακων/νου Θανάσης, Αλκίνοος, Αρβανιτάκη, Σαββόπουλος, Χαρούλης. Κοιτούσε το εσωτερικό του σπιτιού. Ίσως ήταν ο καιρός, ίσως οι τόσες ώρες ταξίδι, ένα κρύο αίσθημα τον έζωσε. Που'ναι ένα βάζο με λουλούδια, μια φοντανιέρα με σοκολατάκια, ένας πίνακας ζωγραφικής, μια κορνίζα ενός οικείου προσώπου...
-Λοιπόν, έτοιμο το φαγητό! Θες να καθήσουμε εδώ ή να πάμε μέσα στη κουζίνα;
-Κάτσε εδώ μωρέ, μη κάθεσαι τώρα να στρώνεις και τραπέζια. Ξένος είμαι;
-Ξένος; Εσύ είσαι αδερφός ρε Πετρή! Δίδυμους δε μας έλεγαν στο σχολείο;
-Τώρα εγώ μελαχροινός 1,75 κι εσύ καστανόξανθος 1,93 ποτέ δε κατάλαβα το χαρακτηρισμό αυτό, πραγματικά!
-Σχήμα λόγου, άσε που μπορεί να'μασταν διζυγωτικά δίδυμα.
-Καλά εντάξει δε βάζουμε να φάμε τώρα γιατί η μακαρονάδα μου έχει σπάσει τη μύτη;
Γέμισαν τα πιάτα κι ήρθαν πίσω στο καθιστικό. Ο Πέτρος στον καναπέ κι ο Ανέστης στη πολυθρόνα του γραφείου του με τον Πίπη να γουργουρίζει και να τρίβεται στα πόδια του.
-Αχόρταγο γατί, πάλι θες να φας; Νιάου; Δε σ'άρεσαν οι κροκέτες σου μύρισαν οι ταλιατέλες. Λυπάμαι αλλά δεν έχει για'σένα.
-Εξαιρετική η μακαρονάδα Ανέστη!
-Κάτσε έχω πάρει κι ένα κρασί να πιούμε. Ένα ισπανικό Chardonnay από τη Navarra, χρονιάς 2007.
-Την τελευταία φορά που σε είδα πίναμε ρετσίνες στην Άθωνος.
-Ναι.
-Πέρασαν 5 χρόνια.
-[σιωπή] Ναι.
-[σιωπή] Ήταν το πρώτο καλοκαίρι μετά που πέθανε ο πατέρας σου.
-[σιωπή] Ναι.
-Τί ναι και ναι; Γιατί έριξες μαύρη πέτρα πίσω σου ρε Ανέστη;
Ο Ανέστης άνοιξε το κρασί και σέρβιρε με τελετουργικό τρόπο τα ποτήρια. Άφησε το μπουκάλι στο γραφείο και συνέχισε να πιρουνίζει το πιάτο του.
-Καλά αν δε θες να το συζητήσουμε ασ'το, να σε δω ήρθα και να μου πεις τα νέα σου, όχι...
-Ρε Πέτρο... Νομίζω είναι απλό. Απ'τη Θεσσαλονίκη λείπω χρόνια. Κι αφότου έφυγαν και οι δυο μου γονείς, δεν έχω πολλά να με τραβάνε πίσω πέραν από αναμνήσεις. Κι ένα-δυο καλούς φίλους. Έχω όμως άλλους τόσους και περισσότερους εδώ, στη Ρώμη, στη Στοκχόλμη, στην Αργεντινή.
-Δεν είναι το ίδιο.
-Ναι, δεν είναι το ίδιο συμφωνώ. Αλλά όσο περνάνε τα χρόνια χαλαρώνουν οι συναισθηματικοί δεσμοί. Εσύ ήσουν τυχερός, βρήκες δουλειά, έφτιαξες οικογένεια.
-Οικογένεια κι εσύ θα μπορούσες να είχες φτιάξει.
-Δε βρέθηκε ποτέ η κατάλληλη.
-Ναι, πες μας τώρα οτι δεν είχες και επιλογές.
-Δεν είπα αυτό. Η μόνη γυναίκα που αγάπησα πραγματικά ήταν η  Ιωάννα. Έφυγα για διδακτορικό στη Στοκχόλμη, δε της έδωσα καμία προοπτική, καμία ασφάλεια κι όταν επέστρεψα είχε γνωρίσει το Μάνο. The show must go on.
-Και ξανάφυγες. Θυμάμαι τη συζήτηση πριν φύγεις για το postdoc στη Ρώμη. "Θέλω να είμαι με μια βαλίτσα στο χέρι. Να ζήσω σε νέους τόπους, να γνωρίσω νέους ανθρώπους. Να είμαι ελεύθερος."
-Έτσι ακριβώς. Και νομίζω τα κατάφερα!
Ο Πέτρος σιώπησε. Το βλέμμα του καρφώθηκε στις σταγόνες της βροχής που έπεφταν στο τζάμι. Σκέφτηκε πως τελικά όταν άνοιξε η πόρτα του διαμερίσματος δεν είχε μπεί σε μηχανή του χρόνου. Αντιθέτως, αυτός είχε παραμείνει στη Γη αφήνοντας τον χρόνο να κυλάει κανονικά. Ο Ανέστης ήταν εκείνος που ταξίδεψε σε μακρινό αστέρι με ταχύτητα φωτός. Το παράδοξο των διδύμων. Και τώρα εμφανίζεται μπροστά του σα να μην έχει αλλάξει τίποτα, σα να μη γέρασε ποτέ, αιώνιος έφηβος, αιώνιος φοιτητής. Φοβούμενος να πληγωθεί ξανά, χάθηκε στο αφιλόξενο και παγωμένο διάστημα, έμεινε μόνος και τελικά αγάπησε τον εαυτό του. Σκέφτηκε τη Σοφία. Τη πρώτη τους νύχτα, τα όνειρα που έκαναν, τη πρόταση γάμου, τον ερχομό της Στέλλας, τα γέλια και τα δάκρυα, τις δύσεις και τις ανατολές. Ο Πέτρος τινάχτηκε από το έντονο θόρυβο του συρμού του τραμ. Γύρισε και κοίταξε τον Ανέστη. Τελικά είναι όλα μια ζαριά ή θέμα επιλογών;
-Ναι, Ανέστη. Τελικά τα κατάφερες...


Layover

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου