Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α-πορείες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α-πορείες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

Uhrenparadoxon

Ladies and gentlemen, welcome to Munich Airport. Local time is 5.35 pm. The weather in Munich is mostly cloudy with showers and temperature up to 14 degrees Celsius. Please remain seated with your seat belt fastened until the seat belt sign is turned off. Thank you for flying with us and wish you a pleasant onward journey


"Ωραία, χτες έκανα μπάνιο στις παραλίες του Fort Lauderdale. Σήμερα θα μουχλιάσω κάτω από τον βαυαρικό ουρανό". Ο Πέτρος Μαντίδης (ή Μαντάϊδης όπως τον διαβάζουν συνήθως έξω) είναι λέκτορας Αστροφυσικής του Α.Π.Θ. Επιστρέφει Θεσσαλονίκη από συνέδριο στην Αμερική. Η ανταπόκριση για το SKG είναι την επομένη το πρωί στις 09.10 π.μ., συνεπώς διαμονή στο Μόναχο, αφορμή να δεί τον ακριβοθώρητο παλιόφιλο Ανέστη. Ένα τσιγάρο στην έξοδο του αεροδρομίου, αυστηρά δίπλα σε σταχτοδοχείο δαπέδου σε επιτρεπόμενο χώρο. Έχοντας αναπνεύσει λίγο φρέσκο αέρα σε συνδυασμό με 3-4 τζούρες καπνού μπαίνει στο πρώτο ταξί για τη πόλη. "Guten Abend! 51 Thierschstaße, bitte dich." Εντάξει, τα γερμανικά του δεν είναι και τα καλύτερα. Richeine Bitte και τα ρέστα...
Φτάνουν έξω από την πολυκατοικία. Κατεβαίνει γρήγορα απ'το ταξί γιατί εμποδίζουν το τραμ. Με το που πατάει το πόδι στη γη αρχίζει να βρέχει. Σέρνει στο πλακόστρωτο την βαλίτσα με τα ροδάκια και χτυπάει το κουδούνι. "Pronto?". "Σιγά μην είναι και Overlay. Άνοιξε ρε!". "Πετρή! Ανέβα στον 2ο!". Τον Ανέστη τον ξέρει από παιδί. Μαζί στο σχολείο, μαζί τα καλοκαίρια κατασκήνωση στη Χαλκιδική, μαζί και στο πανεπιστήμιο. Πάνε 25 χρόνια από τότε. Και 5 από την τελευταία φορά που ιδωθήκανε.
Τη στιγμή που άνοιξε η πόρτα του διαμερίσματος ο Πέτρος είχε την ψευδαίσθηση οτι έμπαινε στη μηχανή του χρόνου. Μπροστά του στέκεται ο Ανέστης, πανύψηλος 2 μέτρα μπόι (εντάξει 1,93) σα να μην πέρασε μια μέρα από την τελευταία φορά που τον είδε. Καλογυμνασμένος, με το ίδιο μαύρο t-shirt, το ίδιο jean πατελόνι, τον ίδιο nylor σκελετό. Μόνο το μαλλί είχε αρχίσει να γκριζάρει ελαφρώς και το δέρμα λίγο ξασπρισμένο ένεκα της έλλειψης ήλιου. Σε αντίθεση με τον Πέτρο που τώρα φοράει ό,τι του ψωνίζει η Σοφία από τη Τσιμισκή, σακάκι, πόλο μπλούζα, μοκασίνια, στο κούτελο τα ποτάμια τείνουν να γίνουν φαλάκρα και από φυσική κατάσταση η μπάκα του έχει μεγαλώσει αισθητά αφού η μόνη γυμναστική που κάνει είναι να σηκώνει τα ψώνια απ'τον Μασούτη και να μη χρησιμοποιεί ποτέ το ασανσέρ, πάντα από τις σκάλες, λόγω κλειστοφοβίας. Ίσως και καμιά ποδηλατάδα με την μονάκριβη κόρη του Στέλλα όταν είναι καλός ο καιρός. Κι αν δεν τρέχει Θεσσαλονίκη-Γρεβενά για το καινούργιο αστεροσκοπείο στα βουνά του Όρλιακα. 
-Μπαγάσα, μαγείρεψες τίποτα της προκοπής ή θα φάμε λουκάνικα με πατάτες και μπύρες;
-Καλά ρε, έρχεσαι πρώτη φορά Μόναχο και θα φάμε ετοιματζίδικα; Αφού με ξέρεις, η μαγειρική για'μένα είναι τέχνη! Ετοιμάζω τη σπεσιαλιτέ μου: Tagliatelle Portofino. Εξαιρετική συνταγή, μου την είχε μάθει η Secilia όταν ήμουν Ρώμη.
-Α, ναι η Secilia. Τί απέγινε; Φοβερή τύπισσα...
-Πού να ξέρω. Έτσι όπως της φέρθηκα, δεν ξαναμιλήσαμε και ποτέ. Είχα μάθει κάποια στιγμή οτι ήταν Τορίνο.
-Μάλιστα... Και για πες, τί λέει το Max-Planck;
-Μια χαρά. Την έχω βρεί εδώ. Τον περασμένο Μάρτιο έκλεισα 8 χρόνια. Τη String Theory βέβαια ακόμα να την αποδείξουμε.
-Ασχολείσαι με άλλα string εσύ, πού να βρείς χρόνο...
-Χαχαχα, ναι ρίχνω και καμιά πενιά με τη κιθάρα μου!
-Μαλαγάνα...
-Λοιπόν, πάω να ετοιμάσω το φαγητό. Άραξε εσύ.
Το διαμέρισμα ήταν σε παλιά πολυκατοικία που αν και είχε εξωτερικά διατηρήσει την baroque αρχιτεκτονική, εσωτερικά ήταν αρκετά μοντέρνα. Η διακόσμηση του καθιστικού απλή όπως κάθε εργένη. Ένας δερμάτινος, μάλλον μεταγχειρισμένος καναπές, ένα γραφείο που είχε πάνω από επιστημονικά άρθρα μέχρι παρτιτούρες και φιλτράκια, μια ραφιέρα γεμάτη βιβλία κι ένα φωτιστικό δαπέδου απ'το ΙΚΕΑ. Α, και ο Πίπης! Ο κλασικός κεραμυδόγατος, ίσως η μόνη σταθερή παρέα του Ανέστη τα τελευταία 10 χρόνια. Ο Πέτρος ακούμπησε στο φαρδύ εσωτερικό περβάζι του παραθύρου. Αριστερά του ένας ολόκληρος πύργος από CD. Μάλαμας, Αλεξίου, Παπακων/νου Θανάσης, Αλκίνοος, Αρβανιτάκη, Σαββόπουλος, Χαρούλης. Κοιτούσε το εσωτερικό του σπιτιού. Ίσως ήταν ο καιρός, ίσως οι τόσες ώρες ταξίδι, ένα κρύο αίσθημα τον έζωσε. Που'ναι ένα βάζο με λουλούδια, μια φοντανιέρα με σοκολατάκια, ένας πίνακας ζωγραφικής, μια κορνίζα ενός οικείου προσώπου...
-Λοιπόν, έτοιμο το φαγητό! Θες να καθήσουμε εδώ ή να πάμε μέσα στη κουζίνα;
-Κάτσε εδώ μωρέ, μη κάθεσαι τώρα να στρώνεις και τραπέζια. Ξένος είμαι;
-Ξένος; Εσύ είσαι αδερφός ρε Πετρή! Δίδυμους δε μας έλεγαν στο σχολείο;
-Τώρα εγώ μελαχροινός 1,75 κι εσύ καστανόξανθος 1,93 ποτέ δε κατάλαβα το χαρακτηρισμό αυτό, πραγματικά!
-Σχήμα λόγου, άσε που μπορεί να'μασταν διζυγωτικά δίδυμα.
-Καλά εντάξει δε βάζουμε να φάμε τώρα γιατί η μακαρονάδα μου έχει σπάσει τη μύτη;
Γέμισαν τα πιάτα κι ήρθαν πίσω στο καθιστικό. Ο Πέτρος στον καναπέ κι ο Ανέστης στη πολυθρόνα του γραφείου του με τον Πίπη να γουργουρίζει και να τρίβεται στα πόδια του.
-Αχόρταγο γατί, πάλι θες να φας; Νιάου; Δε σ'άρεσαν οι κροκέτες σου μύρισαν οι ταλιατέλες. Λυπάμαι αλλά δεν έχει για'σένα.
-Εξαιρετική η μακαρονάδα Ανέστη!
-Κάτσε έχω πάρει κι ένα κρασί να πιούμε. Ένα ισπανικό Chardonnay από τη Navarra, χρονιάς 2007.
-Την τελευταία φορά που σε είδα πίναμε ρετσίνες στην Άθωνος.
-Ναι.
-Πέρασαν 5 χρόνια.
-[σιωπή] Ναι.
-[σιωπή] Ήταν το πρώτο καλοκαίρι μετά που πέθανε ο πατέρας σου.
-[σιωπή] Ναι.
-Τί ναι και ναι; Γιατί έριξες μαύρη πέτρα πίσω σου ρε Ανέστη;
Ο Ανέστης άνοιξε το κρασί και σέρβιρε με τελετουργικό τρόπο τα ποτήρια. Άφησε το μπουκάλι στο γραφείο και συνέχισε να πιρουνίζει το πιάτο του.
-Καλά αν δε θες να το συζητήσουμε ασ'το, να σε δω ήρθα και να μου πεις τα νέα σου, όχι...
-Ρε Πέτρο... Νομίζω είναι απλό. Απ'τη Θεσσαλονίκη λείπω χρόνια. Κι αφότου έφυγαν και οι δυο μου γονείς, δεν έχω πολλά να με τραβάνε πίσω πέραν από αναμνήσεις. Κι ένα-δυο καλούς φίλους. Έχω όμως άλλους τόσους και περισσότερους εδώ, στη Ρώμη, στη Στοκχόλμη, στην Αργεντινή.
-Δεν είναι το ίδιο.
-Ναι, δεν είναι το ίδιο συμφωνώ. Αλλά όσο περνάνε τα χρόνια χαλαρώνουν οι συναισθηματικοί δεσμοί. Εσύ ήσουν τυχερός, βρήκες δουλειά, έφτιαξες οικογένεια.
-Οικογένεια κι εσύ θα μπορούσες να είχες φτιάξει.
-Δε βρέθηκε ποτέ η κατάλληλη.
-Ναι, πες μας τώρα οτι δεν είχες και επιλογές.
-Δεν είπα αυτό. Η μόνη γυναίκα που αγάπησα πραγματικά ήταν η  Ιωάννα. Έφυγα για διδακτορικό στη Στοκχόλμη, δε της έδωσα καμία προοπτική, καμία ασφάλεια κι όταν επέστρεψα είχε γνωρίσει το Μάνο. The show must go on.
-Και ξανάφυγες. Θυμάμαι τη συζήτηση πριν φύγεις για το postdoc στη Ρώμη. "Θέλω να είμαι με μια βαλίτσα στο χέρι. Να ζήσω σε νέους τόπους, να γνωρίσω νέους ανθρώπους. Να είμαι ελεύθερος."
-Έτσι ακριβώς. Και νομίζω τα κατάφερα!
Ο Πέτρος σιώπησε. Το βλέμμα του καρφώθηκε στις σταγόνες της βροχής που έπεφταν στο τζάμι. Σκέφτηκε πως τελικά όταν άνοιξε η πόρτα του διαμερίσματος δεν είχε μπεί σε μηχανή του χρόνου. Αντιθέτως, αυτός είχε παραμείνει στη Γη αφήνοντας τον χρόνο να κυλάει κανονικά. Ο Ανέστης ήταν εκείνος που ταξίδεψε σε μακρινό αστέρι με ταχύτητα φωτός. Το παράδοξο των διδύμων. Και τώρα εμφανίζεται μπροστά του σα να μην έχει αλλάξει τίποτα, σα να μη γέρασε ποτέ, αιώνιος έφηβος, αιώνιος φοιτητής. Φοβούμενος να πληγωθεί ξανά, χάθηκε στο αφιλόξενο και παγωμένο διάστημα, έμεινε μόνος και τελικά αγάπησε τον εαυτό του. Σκέφτηκε τη Σοφία. Τη πρώτη τους νύχτα, τα όνειρα που έκαναν, τη πρόταση γάμου, τον ερχομό της Στέλλας, τα γέλια και τα δάκρυα, τις δύσεις και τις ανατολές. Ο Πέτρος τινάχτηκε από το έντονο θόρυβο του συρμού του τραμ. Γύρισε και κοίταξε τον Ανέστη. Τελικά είναι όλα μια ζαριά ή θέμα επιλογών;
-Ναι, Ανέστη. Τελικά τα κατάφερες...


Layover

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

miGrand Soul

Στις Βούτες¹ πηγαινοέρχομαι τα τελευταία 10 χρόνια της ζωής μου. 10 χρόνια! Είναι η δεύτερη γειτονιά μου αναμφίβολλα. Γνώστης όλων των πιθανών διαδρομών σπιθαμή προς σπιθαμή, είναι αυτό που λένε "πάει και με κλειστά μάτια". Moby "Why does my heart feel so bad?" στη διαπασών, διασχίζοντας τους αμπελώνες και τις αιωνόβιες ελιές. Ανατολικά τα Λασιθιώτικα βουνά κι ο Γιούχτας, το πρόσωπο του Δία, δυτικά ο Στρούμπουλας και τα Ρεθεμνιώτικα βουνά με την κορφή του Ψηλορείτη να ξεχωρίζει. Ενίοτε η πορεία σου διακόπτεται από κάποιο κοπάδι πρόβατα, όχι δεν είναι υπερβολή, η περιοχή προσφέρει πλούσιους βοσκότοπους καίτοι εντός αστικής ζώνης. "Παντέρμη Κρήτη" που λέει συχνά ένας φίλος.

Παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής στη Χώρα, σ'ένα από τα πολυσύχναστα φανάρια (της υπομονής), παρατηρεί κανείς την παρουσία ένος νεαρού άνδρα άξιου λόγου. Ξένης καταγωγής, ηλιοκαμμένος, ντυμένος πρόχειρα ποτέ όμως ακατάστατα. Η πρώτη αντίδραση μου ήταν να σκεφτώ "άλλος ένας ενοχλητικός επαίτης των φαναριών". Πείτε με παράξενη, πείτε με σχιζοφρενή αλλά με το αμάξι μου έχω ένα θεματάκι. Αρνούμαι το καθάρισμα παρμπρίζ χωρίς την άδειά μου, εκνευρίζομαι όταν τοποθετούνται διαφημιστικά στους υαλοκαθαριστήρες, δεν ανέχομαι να δέχομαι "απειλές" στο όνομα της φιλανθρωπίας εκμεταλλευόμενοι το γεγονός οτι είμαι εγκλωβισμένη στη κίνηση και το μποτιλιάρισμα. Για να μην ανοίξω το φάκελο ανθρώπινα δικαιώματα, εκμετάλευση ανηλίκων, οργανωμένα κυκλώματα επαιτείας...

Ο συγκεκριμένος άνδρας όμως καταφέρνει να τραβήξει την προσοχή χωρίς να προκαλεί, χωρίς να σου δημιουργεί οίκτο, χωρίς καν να σου ζητά βοήθεια. Το βασικό στοιχείο που σου κάνει εντύπωση πάνω του είναι το καθαρό χαμόγελο και η ηρεμία στο πρόσωπό του. Σπάνια χαρακτηριστικά στις μέρες μας. Περνάει από το ένα αυτοκίνητο στο άλλο, με τον καθαριστήρα στον ώμο χαιρετά τους οδηγούς έναν έναν. Αν έχεις το παράθυρό σου ανοιχτό θα σε ρωτήσει αν πάει καλά η δουλειά, τί κάνει η οικογένειά σου, θα σου ευχηθεί καλή συνέχεια και θα προχωρήσει στον επόμενο. Μια μέρα γυρνούσα από το εργαστήριο. Ήταν τα γενέθλιά μου, είχαν πάει καλά τα πειράματα, ήμουν ευδιάθετη. Άνοιξα το τζάμι και του έδωσα ένα ποσό μικρό για εμένα (τότε τουλάχιστον) σημαντικό για εκείνον όμως. "Κράτησε αυτά χωρίς να μου καθαρίσεις το παμπρίζ, δε θέλω, να'σαι καλά!". Δίστασε, δεν ήθελε να δεχτεί τα χρήματα, επέμεινα. Με κοίταξε στα μάτια. "Μα γιατί δίνεις αγάπη εμένα; Πρέπει κι εγώ κάνω κάτι για'σένα.". Αμέσως άναψε το φανάρι πράσινο, του χαμογέλασα κι έφυγα. Στο δρόμο οι σπαστές του λέξεις ηχούσαν στ'αυτιά μου. "Δίνεις αγάπη εμένα". "Κάνω κάτι για'σένα".

Όχι δε με νοιάζει τ'όνομά σου. Δε με νοιάζει από πού είσαι κι ούτε πώς βρέθηκες στο τόπο που ζω. Με νοιάζει που άφησες πίσω σου την οικογένεια, τους παλιούς σου συμμαθητές, τον τόπο που μεγάλωσες κι όμως χαμογελάς. Με νοιάζει το οτι δεν έχεις κάποια δουλειά υψηλών αποδοχών, ούτε σπίτι με θέα και κήπο, ούτε αυτοκίνητο με αεροτομή και αισθητήρες παρκαρίσματος κι όμως είσαι ευχαριστημένος. Κατάφερες να βρείς την ευτυχία και την ισορροπία μέσα από πιο απλά και ουσιαστικά πράγματα. Ξένος ανάμεσα σε ξένους, αντικρίζοντας την περιφρόνηση, την αποδοκιμασία, την άνιση αντιμετώπιση, εσύ στέκεσαι όρθιος και δίνεις θετική ενέργεια και μαθήματα ανθρωπιάς. Σε ζηλεύω.
 






¹ εν συντομία η περιοχή Βασιλικά Βουτών, 5 χλμ ΝΔ του Ηρακλείου, 7,5 χλμ πριν από το χωριό Βούτες.

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2011

Άγιος Νικόλαος, ο ευρωπαίος Santa Claus

Ο Άγιος Νικόλαος ήταν έλληνας επίσκοπος κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. στα Μύρα της Λυκίας. Φημιζόταν για τα δώρα που έκανε κρυφά στους γύρω του, όπως το να βάζει νομίσματα μέσα στα παπούτσια που του άφηναν έξω απ'τα σπίτια τους για τον ίδιο. Στην ιστορία του Αγίου Νικολάου βασίστηκε και διαμορφώθηκε το πρότυπο του Δυτικού Santa Claus τον οποίο στην Ελλάδα έχουμε ταυτίσει λανθασμένα με τον Άγιο Βασίλειο.


Σε πολλές χώρες τις Ευρώπης όπως τη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Γαλλία και κυρίως ανατολικά κράτη όπως τη Ρουμανία, τη Κροατία και τη Ρωσία η εορτή του Αγίου Νικολάου είναι ταυτόσημη με την ανταλλαγή των δώρων. Το βράδυ της 5ης Δεκεμβρίου τα παιδιά ετοιμάζουν και καθαρίζουν τα καλά τους παπούτσια, ως επί των πλείστων μπότες τις οποίες αφήνουν έξω απ'τα δωμάτιά τους ολονυχτίς. Την επομένη το πρωί, ανήμερα της 6ης Δεκεμβρίου, επίσημης γιορτής του Αγίου Νικολάου, τα παιδιά βρίσκουν τις μπότες τους γεμάτες μικρά δώρα, σοκολάτες και γλυκές λιχουδιές. Αν το εκάστοτε παιδί ήταν άτακτο την προηγούμενη χρονιά, τότε αντί για δώρα στη μπότα του θα βρεί μια βέργα για να τιμωρηθεί από τους γονείς του.

Εσείς τί δώρο λάβατε φέτος από τον Άγιο Νικόλαο;





Δευτέρα 22 Αυγούστου 2011

Ο Καντάφι και το στρώμα του μικρού Νικόλα

Ο μικρός Νικόλας, όπως κάθε σαββατοκύριακο, πήγε εκδρομή με την οικογένειά του. Το τελευταίο σαββατοκύριακο επισκέφτηκαν τα Σχοινάρια με σκοπό να κάνουν ένα ήρεμο διήμερο κάμπιγκ. Ο Νικόλας έπαιζε όλη μερά στην αμμουδιά και χαιρόταν τα καθαρά νερά του Λυβικού πελάγους. Φόρεσε τη μάσκα και τον αναπνευστήρα του και εκστασιασμένος παρατηρούσε δίπλα στα βράχια τους αχινούς, τα ψάρια, τα καβουράκια...
Καθώς νύχτωνε σηκώθηκε ζεστός νότιος άνεμος στη περιοχή. Οι ώρες περνούσαν κι ο άνεμος όλο και δυνάμωνε. Οι γονείς του μικρού Νικόλα με δυσκολία προσπαθούσαν σε μια γωνιά να στήσουν τη σκηνή τους για να μείνουν εκεί το βράδυ. Ο Νικόλας ήταν μικρός για να στήνει σκηνή, ήξερε όμως να φουσκώνει το στρώμα του με τη τρόμπα. "Νικόλα άσε το στρώμα τώρα, θα το πάρει ο αέρας!" "Όχι, θέλω να φουσκώσω το στρώμα μου!". Φςς-Φςς το στρώμα φούσκωνε κι ο αέρας όλο και δυνάμωνε. Φςς-Φςς, ο Νικόλας συνέχιζε πεισματικά. Φςς-Φςς μέχρι που βούουουμ ο αέρας έριξε κάτω τη σκηνή, πέταξε πέρα τη τρόμπα και σήκωσε το στρώμα ψηλά, ψηλά πάνω απ'τη θάλασσα και χάθηκε αριστερά πίσω απ'τα βράχια. "Το στρώμα μου!!!"
Δευτέρα πρωί και ο μικρός Νικόλας πίνει το γάλα στη κουζίνα του σπιτιού του. Από τα Σχοινάρια είχαν φύγει κακήν κακώς την επόμενη μέρα αφού αναγκάστηκαν απ'το δυνατό νοτιά να κοιμηθούν στο αμάξι. Που κόλλησε η δεξιά του ρόδα στην άμμο και φώναξαν τρακτέρ για το βγάλει. "Μπαμπά, πού πήγε το στρώμα μου?" "Πάει αυτό, Νικόλα. Το πήρε ο αέρας και το πήγε κάτω, στη Λιβύη." Πίνοντας το γάλα κοιτούσε στο χάρτη της κουζίνας πότε τη Κρήτη και πότε τη Λιβύη. Μακρύ ταξίδι που θα'κανε το στρώμα! Ξαφνικά, η πρωινή ρεπόρτερ στη τηλεόραση του τράβηξε τη προσοχή. "Το πού βρίσκεται ο Καντάφι παραμένει ακόμα άγνωστο. Υπάρχουν ωστόσο φήμες, οτι ο Λίβυος ηγέτης αργά το βράδυ εγκατέλειψε τη Τρίπολη και διέφυγε στο εξωτερικό." Ένα περίεργο παζλ ξαφνικά συνθέθηκε στο παιδικό μυαλό του Νικόλα. Ο νοτιάς, το στρώμα, η Λιβύη, ο Καντάφι... "Λες αυτός ο κύριος Καντάφι να βρήκε το στρώμα μου στις ακτές της Τρίπολης και μ'αυτό να διέφυγε από τη Λιβύη;"

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Συναισθήματα υπάρχουν.


Βουλιάζεις κάθε μέρα απ'τα προβλήματα. Βάλλεσαι από παντού. Ο κόσμος που συναναστρέφεσαι, οι ειδήσεις στη τηλεόραση, οι απόψεις στα social networks. Χάνεσαι στις σκέψεις σου. Χτίζεις ένα κάστρο γύρω σου για να προστατευτείς. Αποξενώνεσαι μέρα με τη μέρα. Όμως υπάρχει δίπλα σου κάποιος που ουρλιάζει και δεν ακούς, η ψυχή του κλαίει και δεν ακούς, μπορείς να τον βοηθήσεις αλλά εσύ δεν ακούς. Είναι ο γείτονάς σου, πες του μια καλημέρα. Είναι ο πεζός στο δρόμο, δωσ' του προτεραιότητα. Είναι ο συνάδελφός σου, χαιρέτησέ τον. Είναι η υπάλληλος στο super market, χαμογέλασέ της. Είναι η θεία σου από το χωριό, παρ'την ένα τηλέφωνο. Είναι η 6χρονη ανιψιά σου, διάβασέ της ένα παραμύθι. Είναι ο φίλος σου ο Μήτσος, πες του να πάτε για μια μπύρα. Είναι η σύντροφός σου, δωσ'της μια ζεστή αγκαλιά. Μπορείς να κάνεις οικονομία στα χρήματα, στο φαγητό, στα ρούχα, στη βενζίνη, στα τσιγάρα. Μη κάνεις οικονομία στα συναισθήματά σου. Μη τα σφίγγεις μέσα σου να σε πνίγουν. Άφησέ τα ελεύθερα, σα χείμαρρος να σε ξεπλύνουν. Αν θες να λέγεσαι άνθρωπος.

Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

Ο μικρός Νικόλας στη πλατεία των θαυμάτων

Μια συνηθισμένη ηλιόλουστη μέρα στη μικρή μας πόλη. Από εκείνες τις μέρες που θα'θελες να αποδράσεις στη φύση. Στη κεντρική πλατεία, γύρω από το μητροπολιτικό ναό και ανάμεσα στα εκατοντάδες περιστέρια, μικρά παιδιά παίζουν μπάλα ή έχουν βγεί για περίπατο με τους γονείς τους. Ξεχωρίζω τον μικρό Νικόλα.
Ο μικρός Νικόλας σήμερα δεν πήγε σχολείο. Οι δασκάλοι του απεργούσαν. Τώρα αυτό τί σήμαινε δεν ήξερε και μάλλον δε τον ένοιαζε και να μάθει. Του αρκούσε το γεγονός οτι δεν είχε σχολείο σήμερα. Και καθότι οι γονείς όταν ο μικρός Νικόλας κανονικά πάει σχολείο έχουν προγραμματισμένες δουλειές, σήμερα την απασχόλησή του ανέλαβε η νεαρά άνεργη αλλά πολυαγαπημένη θεία του Μελίνα.
-Μελίνα, να σου πώ κάτι;
-Ναι, Νικόλα.
-Έχει πάρα πολύ ήλιο εδώ και με πονάνε τα μάτια μου.
-Να έλα, θα καθήσουμε εδώ στο πλάι της εκκλησίας που έχει σκιά, εντάξει;
-Ναι αλλά να σου πώ κάτι;
-Πες μου.
-Θέλω να μου πείς μια ιστορία.
-Να σου πώ ένα παραμύθι;
-Όχι παραμύθι, θέλω μια πραγματική ιστορία.
-Μμμ, για να σκεφτώ... Α! Νικόλα βλέπεις αυτήν εδώ τη βόμβα μπροστά μας;
-Βόμβα;;;;
-Ηρέμησε, είναι μια άδεια βόμβα, τώρα δηλαδή δεν υπάρχει μέσα εκρηκτική ύλη ώστε να πάρει φωτιά. Αυτή λοιπόν, η βόμβα έχει μείνει εδώ από τον πόλεμο.
-Με τους Τούρκους;
-Όχι, όχι πιο πρόσφατα. Το πόλεμο του '40... Με τους Γερμανούς...
-Να σου πώ κάτι; Εννοείς αυτό το πόλεμο που ήταν και ο παππούς;
-Ναι μπράβο, ο παππούς ήταν τότε μικρό παιδί, όσο χρονών είσαι εσύ τώρα. Η Γερμανοί λοιπόν μια μέρα έκαναν επίθεση με τα αεροπλάνα τους πάνω από την πόλη μας και έριχναν βόμβες. Έριξαν πολλές βόμβες, καταστράφηκαν πάρα πολλά σπίτια και σκοτώθηκαν πολλοί άνθρωποι.
-Σκοτώθηκαν άνθρωποι;
-Ναι, αρκετοί.
-Και παιδιά;
-Ναι, και παιδιά. Δυστυχώς. Μια λοιπόν από αυτές τις βόμβες πήγαν να την ρίξουν και στην εκκλησία αυτή που βλέπεις μπροστά μας και να την καταστρέψουν! Και ξέρεις τί έγινε;
-Τί έγινε;
-Η βόμβα εκείνη έπεσε στα σκαλιά της εκκλησίας αλλά δεν έσκασε. Αυτή η βόμβα είναι αυτή που βλέπεις.
-Και γιατί την έχουν αφήσει ακόμα εδώ αυτή τη βόμβα;
-Γιατί ο κόσμος πιστεύει οτι αυτό ήταν ένα θαύμα και την έχουν αφήσει εδώ έξω για να την βλέπει ο κόσμος και να θυμάται το θαύμα.
-Δηλαδή τί θαύμα έγινε;
-Πιστεύουν οτι δεν ήταν τυχαίο που η βόμβα δεν έσκασε. Ο Άγιος προστάτης της εκκλησίας, πού είναι γι'αυτόν το σπίτι του, για να την προστατέψει έπιασε τη βόμβα και δε την άφησε να εκραγεί.
-Να σου πώ κάτι; Δηλαδή την έπιασε με τα χέρια του;
-Ε, περίπου...
-Ναι αλλά να σου πώ κάτι; Γιατί αφού έπιασε αυτή τη βόμβα δεν έπιασε και τις άλλες βόμβες;
-Εεε... Ναι, σωστά... Κοίτα και ο άγιος σίγουρα θα ήθελε να προστατέψει και άλλα σπίτια αλλά ίσως να μη πρόλαβε... Περίεργο, ε; Εσύ τί πιστεύεις;
-Να σου πώ κάτι; Εγώ νομίζω οτι ο άγιος νοιάστηκε πρώτα πιο πολύ για το δικό του σπίτι παρά για τα σπίτια των άλλων. Και να σου πώ κάτι; 
-Πες μου...
-Αυτό δεν είναι σωστό για έναν άγιο.

Μικρέ Νικόλα, για τα tweets που θα κάνεις μετά από 15 χρόνια κάνω ήδη follow. Εως τότε, είμαι σίγουρη οτι μπορείς να καταλάβεις τους στίχους του παρακάτω τραγουδιού. Αφιερωμένο.