Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Αδράνεια

Γυρνώντας πάντα απ'τη δουλειά, στο δρόμο για το σπίτι, χαζεύεις τον κήπο έξω απ'την εγκατελελειμμένη μονοκατοικία. Σχεδόν πάντα από το άγριο αναριχώμενο γιασεμί κλέβεις ένα ανθάκι, οσφραίνεσαι με όλες σου τις αισθήσεις το μεθυστικό του άρωμα, περνάς το γιασεμί στ'αυτί και συνεχίζεις. Υπήρξαν πολλές φορές που κοντοστάθηκες έξω απ'την καγκελόπορτα κοιτώντας με λαχτάρα την ψάθινη καρέκλα κάτω από την λεμονιά. Θα'θελες να μπεις μα ντρέπεσαι μήπως σε δει κανένας γείτονας. Κι ύστερα πώς να τολμήσεις να τσαλαπατήσεις τον κήπο με τα λερωμένα σου παπούτσια, πώς να μολύνεις την ευωδιά του κήπου με τον ιδρώτα σου. Όχι, γυρνάς σπίτι στο τσιμεντένιο σου μπαλκόνι. Γυμνόστηθος, προσπαθώντας να βολευτείς στην πράσινη πλαστική καρέκλα, αγναντεύεις το μισοφέγγαρο που ξεπροβάλλει μεσά απ'τις κεραίες. Κεραίες σκιάχτρα που μαύρα πουλιά προσέλκονται και άνομες σκέψεις απωθούνται. Σκύβεις να σβήσεις τ'αποτσίγαρο στην γλάστρα με το ξεραμένο γεράνι και το μαραμένο γιασεμί γλυστρά από τ'αυτί σου. Δεν μυρίζει πια. Αύριο λες θα κόψεις άλλο ανθάκι, κι αύριο άλλο πάλι κι αύριο πάλι και πάλι. Μέχρι τη μέρα που κηπουρός θα κόψει τους βλαστούς του ή ο κήπος δε θα υπάρχει πια, θα ξεραθεί από την ανυδρία. Κι εσύ ακόμα στο μπαλκόνι θ'αγναντεύεις τις ταράτσες, με την ανάμνηση μιας μυρωδιάς που ντράπηκες να κατακτήσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου